Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Σπύρος Φλώρος : Ένας Πλατωνιστής ποιητής

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευση.


3.3.2016 της Σοφίας Μπασκάκη Γεννημένος το 1974, μόλις στα 42 του χρόνια, έχει ήδη καταφέρει να ξεχωρίσει στο χώρο των Γραμμάτων και του Πνεύματος.…
apopsi-tora.gr

της Σοφίας Μπασκάκη
Γεννημένος το 1974, μόλις στα 42 του χρόνια, έχει ήδη καταφέρει να ξεχωρίσει στο χώρο των Γραμμάτων και του Πνεύματος. Ένας ταξιδευτής στον κόσμο των ιδεών του Πλάτωνα, που ήρθε να μας χαρίσει «…Και λίγο φως…» μέσα από την πρώτη ποιητική συλλογή του.
Ο διακεκριμένος φιλόλογος Σπύρος Φλώρος, γνωστός εδώ και πολλά χρόνια για την προσφορά του στο χώρο της Εκπαίδευσης, μέσα από τα 20, σχεδόν, βιβλία-βοηθήματα που έχει συγγράψει για την Ελληνοεκδοτική και τα δύο φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης που διατηρεί στον Αγ. Στέφανο και τη Δροσιά, έρχεται να μας δείξει και μια ακόμη πλευρά της βαθυστόχαστης προσωπικότητας του μέσα από την ποίηση.
Ο Σπύρος Φλώρος, μοιράζεται μαζί μας τις φιλοσοφημένες σκέψεις του, τους προβληματισμούς αλλά και τα χρώματα της ψυχής του, σε μια συνέντευξη -που περισσότερο θυμίζει φιλική κουβέντα- η οποία εντυπωσιάζει με τις απόψεις και τη στάση που ο ίδιος επέλεξε να υμνεί τη ζωή: μέσα από την αλήθεια της φιλοσοφίας και τον ρομαντισμό της ίδιας της ζωής…
Του ζήτησα να μου μιλήσει για την Ποίηση περιμένοντας αφελώς να μου περιγράψει τα συναισθήματα που ξυπνούν οι στίχοι, τη μελωδία των λέξεων «Αυτοί που ρωτούν και περιμένουν το εγκώμιο της Ποίησης, δεν θα το κάνω εγώ. Αυτοί, εμείς, νιώθουμε μέσα μας σαν οξυγόνο, σαν φως, μα και σαν έρεβος, -άξιο και αυτό κι άξιο για περιπλάνηση εντός του-, σαν μέθη, σαν τον παλμό το δυνατό της ψυχής μας, σαν τη ζωή την ίδια, σαν πόνο και σαν λύτρωση, σαν καθαρμό, σαν εξαγνισμό, και σαν  μιαν ομορφιά μέσα στην τόση ασχήμια, σαν Έρωτα άλλοτε την ποίηση και έτσι μπορούμε να διαφυλάττουμε αλώβητη, άτρωτη, ακέραιη την ύπαρξη μας, την Ανθρώπινη» είναι η απάντηση που κλείνει μέσα της όλα όσα νιώθει και αποτυπώνει έντεχνα στα ποιήματα του.
«Και να το πάλι το ερώτημα, το συνηθισμένο, το προβοκατόρικο» συνεχίζει, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τη συνηθισμένη ερώτηση «τι χρειάζεται η Ποίηση σε τούτους τους καιρούς; Σε αυτόν τον κόσμο, της μηχανής, της μηχανιστικής ζωής, της ταχύτητας, τι έχει να δώσει η Ποίηση;» και απαντά:
«Λοιπόν σε όσους θέτουν αυτό το ερώτημα και πραγματικά το έχουν, αληθινά απορούν αν έχει χρησιμότητα η ποίηση, θα απαντήσω ευθέως: όχι, για εσάς, δεν έχει! Κύριοι, η Ποίηση είναι άχρηστη. Η Ποίηση, η Λογοτεχνία, η μουσική (η αληθινή βέβαια), η Τέχνη εν γένει, δεν χρειάζονται… για τον απλό λόγο: όλα δεν είναι για όλους! Αφοριστικό; Ρατσιστικό; Πείτε το όπως θέλετε! Όμως αυτός που δεν την ένιωσε τη δίψα, την ανάγκη της Τέχνης, της μαγείας του λόγου, της Ποίησης, δεν θα τη συλλάβει ούτε σε θεωρητικό επίπεδο».
Πως είναι όμως για έναν «αθεράπευτο» Πλατωνιστή ποιητή να βιώνει όσα συμβαίνουν γύρω μας; Με σεβασμό απέναντι σε όσους έχουν πληγεί πραγματικά από την κρίση και παλεύουν να επιβιώσουν, ο Σπύρος Φλώρος «στέκεται» στους υπόλοιπους λέγοντας χαρακτηριστικά «Μα οι υπόλοιποι; Εμείς; Η πλειονότητα του κόσμου; Μάλλον μια κρίση πανικού μπροστά στο «δράμα» ενός απολεσθέντος παραδείσου, που μόνο τέτοιος δεν ήταν. Επειδή αυτό το «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», όσο κι αν έχει μια απολυτότητα στην αποφθεγματικότητά του, κρύβει μεγάλη αλήθεια μέσα του, νομίζω ότι η κρίση αγγίζει πολύ ή λίγο τον καθένα αναλόγως το τι έχει, τι κουβαλά μέσα του…».
Η ζωή όμως μπορεί να είναι όμορφη μέσα από την ανασφάλεια που γεννιέται από αυτή την κατάσταση; «Η ζωή μπορεί να είναι γεμάτη, πλούσια, δυνατή, πλήρης μεγάλων, συνταρακτικών συγκινήσεων, μεγάλων και δυνατών λυτρωτικών στιγμών, όταν αυτές μπορεί να στις χαρίζουν οι ώρες και ώρες στοχασμού, φιλοσοφικών κι ανθρώπινων αναζητήσεων με δυο-τρεις (ή έναν ακόμα καλύτερα) ανθρώπους, να στις χαρίζει η ανάγνωση, η μαγική διαδικασία της ανάγνωσης ενός βιβλίου, οι όμορφες στιγμές φυγής, σιωπής εύρεσης με τον εαυτό σου» θα μας πει με μια ζωντάνια στο βλέμμα που μαρτυρά την αταραξία της ψυχής του. Ο κ. Φλώρος συνεχίζει τονίζοντας «Νομίζω ό άνθρωπος έχασε πια τη δυνατότητα να απολαμβάνει, να γεύεται την μαγεία, την ηδονή θα έλεγα των απλών, μα τόσο μεγάλων πραγμάτων κι έτσι η «κρίση» έγινε τρομερή, εφιαλτική, για έναν τέτοιο άνθρωπο».
«Χάθηκε ο έρωτας μέσα στην κρίση» θα πει, «ο πλατωνικός έρωτας που σε κάνει να ταξιδεύεις με τις αισθήσεις, μέσα από μια αέναη διαδρομή. Ο έρωτας με το θαύμα της φύσης, με την μαγεία της ίδιας της ζωής. Ικανός να σε ανυψώσει στο υπέρτατο ιδεώδες αντικρίζοντας την μοναδική κι αδιαπραγμάτευτη αλήθεια… την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση μέσα από την πνευματικότητα που προσδίδει το νόημα της ύπαρξης… Ο έρωτας που σε κάνει να ριγείς από θαυμασμό για το θρόισμα των φύλλων, για το λίκνισμα που κάνουν τα σύννεφα ξεγελώντας το βλέμμα, για όλα όσα αρμονικά συμβιώνουν μαζί σου, αλλά τα προσπερνάς βιαστικά τρέχοντας στο μετά και χάνοντας τη στιγμή στο παρόν. Δυστυχώς ο πλατωνικός έρωτας αποτελεί μια ουτοπία πλέον, έναν άγνωστο χώρο στο πλήθος των ανθρώπων, μα έλα που κάποιοι κάποτε τη βίωσαν την ουτοπία τους…».
Προβληματισμένη φαίνεται η ματιά του απέναντι στους νέους του σήμερα, καθώς αντικρίζει μια «θλιβερή εικόνα» όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος. «Είναι μια θλιβερή εικόνα αυτή που βγάζει -σε μεγάλο, όχι απόλυτο βαθμό-  ο νέος σήμερα. Είναι φορές που λες ότι οι νέοι δεν ζουν πραγματικά. Φοβούμαι ότι νομίζουν πως ζουν, μα αγνοούν μάλλον ό,τι υπάρχει ως αληθινή ζωή. Μοιάζει σαν εικονική η ζωή…. Καθηλωμένοι σε μια οθόνη ώρες επί ωρών… μια νάρκωση, μια νέκρωση, μια απουσία ζωής… Αφιέρωσαν κάποιες στιγμές να περπατήσουν, στη θάλασσα θες; Στο βουνό θες; Να σκεφτούν, να στοχαστούν, να ρουφήξουν την ομορφιά δίπλα τους, να μυρίσουν τη γη, τη θάλασσα; Εδώ κι όταν στην θάλασσα βρεθούν, κάθονται μπροστά σε μια οθόνη… πόσο μελαγχολική, πόσο ταπεινωτική θα έλεγες -για το ανθρώπινο είδος- μοιάζει  η εικόνα αυτή…».
Με πολλή αγάπη προς τα νέα παιδιά, που επί χρόνια υπηρετεί ως φιλόλογος το δικαίωμα τους στη γνώση, επισημαίνει ότι «Οι φίλοι μετριούνται στο facebook, ακόμα και η ομορφιά εκχυδαΐζεται όταν γίνεται μια αυτάρεσκη αυτοπροβολή της με φωτογραφίες, που αποσκοπούν στο να αλαλάξει το πλήθος των ηδονοβλεψιών ενθουσιώδες και να χαρεί και να καμαρώνει η «εκδιδόμενη στην κοινή θέα» εικόνα…» και τα παροτρύνει να ζήσουν πραγματικά λέγοντας «Κι όμως έχει μια τόση ομορφιά και γαλήνη και αληθινή ευτυχία εκεί έξω ο κόσμος…».
Συνεχίζοντας την «περιπατητική» κουβέντα μας, σκέφτομαι να τον ρωτήσω τις απόψεις του σχετικά με την Πολιτική, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στις μέρες μας. «Πολιτική; Γιατί τώρα το κάνετε αυτό; Δεν είναι τόσο όμορφα όσα λέμε; Γιατί να στάξουν πινελιές αταίριαστες, στα χρώματα μας; Φυσικά και η πολιτική είναι μια πράξη αμιγώς ανθρώπινη, είναι μια ύψιστη ανθρώπινη κατάκτηση, μα είναι που μιαν άλλη θα ήταν η πολιτική που θα δικαίωνε το ρόλο της, το ύψος και τη σημασία της. Εγώ -θες λίγο Πλατωνιστής; –  θα ήθελα άλλον τον πολιτικό, αλλιώς τον ποθούσα: έναν άνθρωπο πνευματώδη, ποιοτικό, ευπρεπή, έναν άνθρωπο που θα όριζε ως στόχο την πνευματική, ποιοτική ανύψωση των ανθρώπων, έναν άνθρωπο ολιγαρκή, στοχαστή».
Τα χαρακτηριστικά που θεωρεί ο Σπύρος Φλώρος ότι πρέπει να έχει ένας πολιτικός αλλά και όλοι όσοι του δίνουν το χρίσμα, ανάγονται στη σφαίρα του ιδεατού, μιας αλλοτινής Πολιτείας που απέχει μακράν από την Ελλάδα του σήμερα «Θα ήθελα να τον φαντάζομαι ότι γυρνά στο σπίτι του, να κάθεται και να μελετά τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, να μπορεί να κάνει όμορφες ποιοτικές συζητήσεις και να διαπνέεται από ευγένεια, να  μην είναι σαν αυτές τις καρικατούρες που βλέπουμε, τις απαίδευτες, αστοιχείωτες, ακαλλιέργητες, έμπλεες εμπάθειας, φανατισμού, μικρότητας και μικροπρέπειας, χυδαιότητας και που δεν μπορούν καν να μιλήσουν σωστά, να διαχειριστούν το λόγο και το Λόγο. Κάποτε βλέποντας τους, (όχι πια, χρόνια  τώρα  -όσο λάθος, όσο κατακριτέο κι αν είναι- απέχω, ιδιωτεύω) απορώ.  Όχι με αυτούς. Με τον κόσμο τον περιλάλητο «σοφό λαό» και την ποιότητα του, το επίπεδο του, αφού ακολουθεί αυτούς τους τόσο μικρούς και λίγους και αλαλάζει –όχλος αμαθής- κάτω από μπαλκόνια».
Φτάνοντας η κουβέντα προς το τέλος της, εκφράζω ότι μου δημιούργησε την εντύπωση πως διακατέχεται από μια αδιόρατη απογοήτευση, με όσα από ψυχής κατέθεσε. «Απογοήτευση; Δεν θα το έλεγα!» απαντά και συνεχίζει «Αν μιλήσουμε ως φιλόλογοι (έχουμε αυτή την «άτιμη» αλλά υπέροχη, υπέροχη ιδιότητα), για να από-γοητευτείς από κάποιον, πρέπει πρώτα να έχεις γοητευτεί. Λοιπόν, ο άνθρωπος σήμερα δύσκολα γοητεύει, δύσκολα μπορώ (μιλώντας προσωπικά πάντα) να θυμηθώ ανθρώπους που εξέπεμπαν κάτι μεγάλο, ξεχωριστό, δύσκολα με γοήτευσαν εκπρόσωποι του είδους τούτου… κι όταν αυτό συνέβη, ααα όχι! Για να είμαι ειλικρινής αυτοί οι λίγοι δεν με απογοήτευσαν…». Χαμογελά για λίγο, σκεπτόμενος πάντα και συνεχίζει «Μα πώς να αισθανθείς το θαυμασμό, τη γοητεία, το δέος για τον άνθρωπο; Φοβούμαι ότι ο άνθρωπος είναι –όχι απολύτως, αλίμονο- αλλά πολλοί, οι πολλοί είναι άνθρωποι «στεγνοί», ρηχοί, απαίδευτοι, αφιλοσόφητοι, -ναι, αυτό που πρώτα από όλα θα έπρεπε να είναι: σκεπτόμενοι, αληθινά φιλοσοφούντες, στοχαζόμενοι, και και να δικαιώνεται ο μέγας τίτλος του Ανθρώπου, αυτού του πνευματώδους όντος- και δυστυχώς αγενείς, ανάγωγοι. Λείπει το πνεύμα, λείπει ο στοχασμός, λείπει η καλαισθησία, λείπει η ποιότητα… στα πάντα… Δείτε ποια είναι η κουλτούρα της διασκέδασης, ακούστε ποια είναι η «τέχνη» με την οποία τρέφεται -και ατροφεί- η νεολαία μας… Λοιπόν σιωπώ… δε συνεχίζω…».
Αποφεύγω να σβήσει το χαμόγελο του μέσα στην μελαγχολία της σιωπής του. Προτιμώ να τον αποχαιρετίσω και να τον ευχαριστήσω για τον χρόνο που μου αφιέρωσε αλλά πάνω από όλα για τις σκέψεις που μοιράστηκε μαζί μου. Με μια εγκάρδια χειραψία αποχαιρετώ τον Σπύρο Φλώρο που ετοιμάζεται να επιστρέψει σπίτι του, στο καταφύγιο της ψυχής του. Εκεί, παρέα με τη σύζυγο, λαχταρώντας να δώσει ένα χάδι στα τρία υπέροχα παιδιά του, παίζοντας στον κήπο με τον Κάιζερ, το Αγίου Βερνάρδου που τον περιμένει καλόκαρδα να επιστρέψει. Μέσα στην αγκαλιά των χαρτιών, των βιβλίων και των λέξεων, όπου βρίσκει τη γαλήνη και την αταραξία της ανήσυχης ψυχής του.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Αξιον Εστί - Οδυσσέα Ελύτη

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού, σαρών...
youtube.com

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. 
Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού, σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. 
Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. 
Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις; - Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο. - Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών. - Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων. - Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων. Οδυσσέα Ελύτη 



Οι τόποι του Νίκου Καββαδία

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.
Από παλιά που διάβαζα Καββαδία ήθελα να ταξιδέψω στα μέρη που πήγε. Για να δούμε ... -- Βασίλης
civil2006.blogspot.com  http://civil2006.blogspot.gr/2012/03/blog-post_19.html

Οι τόποι του Νίκου Καββαδία


Όλοι όσοι έχουμε διαβάσει τον Καββαδία, έχουμε πέσει πάνω σε μέρη τόσο εξωτικά που δεν ξέρουμε καν που βρίσκονται. Έφαγα αρκετές ώρες από τη ζωή μου για να βρω αυτά τα μέρη με τη βοήθεια του GoogleMaps, του διαδικτύου και του βιβλίου του Τράπαλη, "Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία". 


View τόποι του Νίκου Καββαδία in a larger map

Όλες οι καταχωρίσεις έχουν γίνει με τη μορφή Πόλη (η σύγχρονη ονομασία της), Χώρα. Ακολουθεί η στροφή ή ο στίχος του ποιήματος (ή των ποιημάτων) στα οποίο αναφέρεται αυτός ο τόπος και ο τίτλος του ποιήματος:

πχ
"Chennai, Ινδία
 
Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.
Mal du depart

Ἕνα κοχύλι σκουλαρίκι ἔχεις στ᾿ αὐτὶ
καὶ στὰ μαλλιὰ θαλασσινὸ πράσινο ἀστέρα.
Tropical stormy-In Madras area cholera,
καὶ στὰ νησιὰ τοῦ Lakha-diwa πυρετοί.
Θαλασσία πανίς"

Update 31/5/2015:
 To πιο ενδιαφέρον, αναπάντητο ερώτημα που μου άφησε ο Καββαδίας ανήκει στο ποίημα "Μουσώνας":

Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν' ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρώ, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου 'πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμη ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.

Μα ένα πουλί μου μύνησε πως κάποιος άλλος σ' τα 'πε
κάποιος , που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί,φτερό,κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θά 'δινα - ''Πάψε, Σεβάχ'' - για να 'μουνα παιδί!

Αυγή, ποιός δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951

Ποιο λοιπόν είναι το Παραμέ (στο χάρτη έχει μπει ως πόλη της Γαλλίας) και ποιο το Μινικάπε; Υπάρχει ένα Mini Cape που είναι γειτονιά του Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής, αλλά μου φαίνεται τραβηγμένο απ'τα μαλλιά.

Ευχαριστώ πολύ τους συνεισφέροντες (δείτε και τα σχόλια της δημοσίευσης παρακάτω):
Πειραχτήρι
Μαραμπού (pepperlines.blogspot.gr)
Σωτήρης Λεβέντης
Panagiotis Parchas
Γεώργιος Ασημάκος
Κώστας Ρ. 

ΙΛΙΑΔΑ

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε τη δημοσίευση του χρήστη projethomere.
Η σελίδα αφιερωμένη στον Όμηρο στο Projet Homere με όλα τα έργα του.
http://www.projethomere.com/t…/auteurs_classiques/Homere.htm

https://www.youtube.com/watch…

ΙΛΙΑΔΑ- Απόδοση Καζαντζάκη-Κακριδή. Αφηγητής: Χάρης Πολιτόπουλος,
youtube.com

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

"Γιουσουρούμ" ποιητική συλλογή του Κόντε Άρη

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευση.

 
ideostato.grΤετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Ανοικτό e-book : "Γιουσουρούμ" ποιητική συλλογή του Κόντε Άρη


Η νέα ποιητική συλλογή του Κόντε Άρη διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο σε μορφή e-book. Σε τούτη τη δεύτερη έκδοση ο Δρόμος περνά των υπογράφοντα από ένα συνειδησιακό μπέρδεμα, συνέπεια του οποίου, μια έντονη εσωτερική αγωνία.

Τούτο μας φέρνει στο "Γιουσουρούμ"... Ποιήματα σκόρπια, σαν τις μεταπτώσεις της πορείας. Τραχιά κι ασκάλιστα από την ακεφιά που επιφέρει ένα βαρύ φορτίο.
Δύο -ίσως και τρία- είναι κόποι που δεν συμπεριλήφθηκαν στον "απολογισμό" (η πρώτη συλλογή) και το καρέ κλείνει με λίγα μπαλαντέρ να συμπληρώνουν τα κενά.

Υ.Γ. Το "Κόντε" μπαίνει μπροστά από το "Άρης". Δεν πρόκειται για επώνυμο. Είναι ό,τι είναι: Τίτλος ευγενείας.
# Διαβάστε ελεύθερα την ποιητική συλλογή "Γιουσουρούμ" >>>

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

“Μικρός και Μέγας”προς την Παναγία

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.
 
Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως, της μνήμης, της Θεοτόκου, που ετέθη ακριβώς στο μέσον του μηνός ...
proskynitis.blogspot.com
Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως, της μνήμης, της Θεοτόκου, που ετέθη ακριβώς στο μέσον του μηνός αυτού, ήταν αιτία και όλες οι ήμερες του να πάρουν σιγά – σιγά ένα θεομητορικό χαρακτήρα.  Οι δεκατέσσαρες πρώτες ήμερες μπορούμε να πούμε ότι είναι τα προεόρτιά της και οι υπόλοιπες τα μεθέορτα, η παράταση της μεγάλης αυτής θεομητορικής εορτής. Κατά την αυστηρά εορτολογική τάξη, προεόρτιος ήμερα είναι μόνο η παραμονή, η 14η του μηνός, κατά την όποια και μόνο υπάρχουν ειδικά τροπάρια στην εκκλησιαστική ακολουθία. Αλλά το λειτουργικό έθιμο, που σήμερα αποτελεί πια γενικώς καθιερωμένη παράδοση, συνέδεσε όλες τις προ της εορτής ημέρες με την προπαρασκευή για τον εορτασμό της μνήμης της Παναγίας, αφ’ ενός μεν με την προπαρασκευαστική νηστεία, αφ’ ετέρου δε με τη ψαλμωδία των παρακλητικών κανόνων προς αυτήν μετά τον εσπερινό των ήμερων αυτών. Η μεθέορτος πάλι περίοδος κατά το ισχύον τυπικό λήγει την 23η Αυγούστου, ήμερα κατά την οποία «αποδίδεται» η εορτή, τα Εννιάμερα.
Πάντοτε όμως κατά το παρελθόν υπήρχαν τάσεις παρατάσεως του εορτασμού. Έτσι σε πολλά μοναστήρια της Κωνσταντινουπόλεως και του Αγίου Όρους η εορτή απεδίδετο την 28η Αυγούστου. Διάταγμα εξ άλλου του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου όριζε να εορτάζεται η μνήμη της Θεοτόκου καθ’ όλο τον Αύγουστο μήνα από την 1η μέχρι την 31η. Σε ανάλογο τάση φαίνεται ότι οφείλεται και η τοποθέτηση στην 31η του Αυγούστου της εορτής της καταθέσεως της Τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου στην Αγία Σορό, που βρισκόταν στο ναό της Θεοτόκου στα Χαλκοπρατεία της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τον τρόπο αυτόν ο θεομητορικός μήνας, άλλα και ολόκληρο το έτος, που έληγε την 31η Αυγούστου, σφραγιζόταν με μία θεομητορικού χαρακτήρα εορτή.
Κατά τον Αύγουστο, λοιπόν, τον μήνα της Παναγίας, στους ναούς μας, και μάλιστα στα προσκυνήματα τα αφιερωμένα στο όνομά της, θα συντρέξουν οι πιστοί μας για να υμνολογήσουν την Μητέρα του Θεού και να αναφέρουν σ’ αυτήν τη θλίψη και τις αγωνίες τους. Και δικαίως, γιατί η Θεοτόκος είναι η λογική κλίμακα που κατέβασε τον Θεό στον κόσμο και ανέβασε τον άνθρωπο στον Θεό. Είναι ο κρίκος που συνέδεσε τον ουρανό με τη γη, που έδωσε στον Θεό την σάρκα, ώστε να γίνει, από άκρα φιλανθρωπία, ο Λόγος του Θεού «ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα», σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων του ανθρωπίνου σώματος. Και στην παρρησία της μητέρας Του, που την άφησε πεθαίνοντας στον σταυρό στο πρόσωπο του Ιωάννου και για δική μας μητέρα, καταφεύγουν τώρα τα παιδιά της, οι αδελφοί του Χριστού. Δεν ήταν η διαθήκη Του αυτή, που την έγραψε επάνω στον αιματοβαμμένο σταυρό Του, όταν βλέποντας «την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα, ον ήγάπα» είπε προς αυτήν το «Ιδού ο υιός σου» και προς τον μαθητή «Ιδού η μήτηρ σου»; Με το θάρρος λοιπόν και την αγάπη των παιδιών προς την μητέρα απευθύνεται ο λαός του Θεού προς την Θεοτόκο, για να διαβιβάσει εκείνη τα αιτήματα του προς τον Υιό και Θεό της, χρησιμοποιώντας και πάλι την παρρησία της μητέρας. Γιατί μέσα στο μυστικό σώμα του Χρίστου, την Εκκλησία, νεκροί δεν υπάρχουν. Όλοι ζουν εν Χριστώ και συνεχίζουν και στον ουρανό τις προσευχές και τις δεήσεις για τα μέλη της Εκκλησίας που ζουν στη γη και αγωνίζονται τον καλόν αγώνα της χριστιανικής ζωής, όπως ακριβώς και οι ζώντες στον κόσμο τούτο δέονται για τους άλλους αδελφούς των, ζώντας ή κεκοιμημένους. Και πολύ περισσότερο η Θεοτόκος στη δόξα του ουρανού δεν παύει να εκτελεί το έργο της μεσιτείας που έκαμε και στη γη. Όπως στο γάμο της Κανά ενδιαφέρθηκε για τη χαρά των ανθρώπων και ζήτησε και πέτυχε από τον Χριστό την θαυματουργική Του επέμβαση, έτσι και μεταστάσα από τη γη δεν εγκατέλειψε τη γη, αλλά διαρκώς διαβιβάζει τις αιτήσεις μας προς τον Υιό και Θεό της. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι η «προστασία» η «ακαταίσχυντος» και η «μεσιτεία» η «αμετάθετος», που δεν παραβλέπει τις ικετευτικές μας φωνές, αλλά αντιλαμβάνεται και προφθάνει στη βοήθεια εκείνων που έχουν ανάγκη, όπως πολύ χαρακτηριστικά ψάλλει ο ποιητής του γνωστού κοντακίου.
Σ’ αυτήν λοιπόν τη θεολογική βάση στηρίζεται η Εκκλησία όταν κατά τις πρώτες ήμερες του μηνός αυτού ψάλλει στους ναούς μας τους παρακλητικούς κανόνας προς την Παναγία. Θα ενώσομε και εμείς μαζί με τον υπόλοιπο λαό του Θεού τη φωνή μας και θα απευθύνομε προς αυτήν τους ωραίους ύμνους, που συνέθεσαν οι ιεροί ποιητές της Εκκλησίας μας, οι πνευματοκίνητοι συντάκτες των ιερών αυτών ακολουθιών. Αυτές ακριβώς τις παρακλητικές ακολουθίες θα δούμε σήμερα. Το θέμα είναι και επίκαιρο και πρακτικώς χρήσιμο, αφού από σήμερα το βράδυ θα σημαίνουν οι καμπάνες των εκκλησιών μας και θα μας καλούν σ’ αυτές.
Οι δύο ακολουθίες αυτές μας είναι γνωστές με το όνομα «Μικρός» και «Μέγας παρακλητικός κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον». Έτσι επιγράφονται στα λειτουργικά μας βιβλία. Στην πραγματικότητα όμως είναι κάτι το ευρύτερο. Ο κανών είναι μέρος μόνο της όλης ακολουθίας, το μεγαλύτερο και ίσως το πιο εντυπωσιακό. Είναι το στοιχείο που με την εναλλαγή του διαφοροποιεί την κατά τα άλλα όμοια ακολουθία σε δύο, που για να διακρίνονται ονομάζονται η μία «Μεγάλη Παράκλησις» και η άλλη «Μικρά». Και οι δύο κανόνες έχουν ίσο αριθμό τροπαρίων, 32 τροπάρια ο καθένας-τέσσαρα σε κάθε ωδή, του μεγάλου όμως κανόνα τα τροπάρια και οι ειρμοί, από τους οποίους εξαρτώνται τα τροπάρια, είναι φανερά εκτενέστερα. Αυτό όμως δεν είναι, νομίζω, αρκετό να αιτιολογήσει το επίθετο «μέγας» σ’ αυτόν. Φαίνεται ότι ο μέγας αυτός κανών εψάλλετο πανηγυρικώτερα, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο του δεκαπενταύγουστου, όπως δείχνουν και το εξαποστειλάριο «Απόστολοι εκ περάτων…», που ψάλλεται στο τέλος του. Κατόπιν και η επανάληψις των δύο τροπαρίων «Διάσωσον από κινδύνων…» και «Επίβλεψον εν ευμενεία…», που γίνεται στο τέλος κάθε ωδής του μεγάλου, ενώ στον μικρό μόνο στο τέλος της γ’ και της ς’ ωδής, μαρτυρεί μία τάση προς έξαρση επί το πανηγυρικώτερον του πρώτου. Ο μικρός εψάλλετο, όπως και η επιγραφή του μαρτυρεί, καθ’ όλο το έτος «εν πάση περιστάσει και θλίψει ψυχής».
Κατά την ισχύουσα σήμερα πράξη, οι δύο κανόνες κατά την περίοδο του δεκαπενταύγουστου ψάλλονται εναλλάξ, για την αποφυγή, προφανώς, της μονοτονίας, στο τέλος του εσπερινού όλων των ημερών εκτός από τον εσπερινό των Σαββάτων, της Μεταμορφώσεως και της Κοιμήσεως. Αυτή η σύνδεση της παρακλήσεως με την ακολουθία του εσπερινού μας φέρνει στο νου την αντίστοιχο μοναχική τάξη, που στις ολονυκτίες των μονών συνάπτεται ο όρθρος στον εσπερινό. Η όλη ακολουθία δηλαδή του εσπερινού και της παρακλήσεως μαζί, γίνονται σαν ένα είδος μικράς παννυχίδος στα μέτρα και τις δυνατότητες των ενοριών, μικρής ολονυκτίας προς τιμήν της Θεοτόκου. Αν δε προσέξομε τη δομή της ακολουθίας της παρακλήσεως, θα αναγνωρίσομε σ’ αυτήν το σχήμα και τη διάταξη ενός υποτυπώδους όρθρου. Αρχίζει με ένα θρηνητικό ψαλμό, τον τελευταίο των ψαλμών του εξάψαλμου («Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου…»-ψαλμός 142ος), το «Θεός Κύριος…» με τα θεομητορικά τροπάρια «Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν…» και «Ου σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε…», τον 50ό ψαλμό «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου…», τον κανόνα με κάθισμα στο τέλος της γ’ και το κοντάκιο στο τέλος της ς’ ωδής και την παρεμβολή των αναβαθμών, του ευαγγελίου και της συναπτής του, με τα τροπάρια που συνοδεύουν τον 50ό ψαλμό στον όρθρο, τα μεγαλυνάρια μετά την θ’ ωδή και στο τέλος τροπάρια πού μπορούν να παραλληλισθούν προς τα εξαποστειλάρια του όρθρου στο μέγα παρακλητικό κανόνα ή προς τα απόστιχα του όρθρου στην μικρά παράκληση. Αν συνδυάσομε μάλιστα τα ανωτέρω προς την τάξη που ισχύει στις εορτές των αγίων, που ως πρώτος κανών στον όρθρο ψάλλεται ένας από τους ανωτέρω παρακλητικούς κανόνας προς την Θεοτόκο, δεν μας μένει καμιά αμφιβολία, ότι και στις παρακλήσεις έχομε ένα θεομητορικό παρακλητικό όρθρο κατά τον τύπο των μοναχικών ολονυκτιών.
Ο μικρός κανών φέρεται υπό το όνομα του Θεοστηρίκτου μοναχού ή του Θεοφάνους, πού ίσως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που χαρακτηρίζεται πότε με το κοσμικό, πότε με το μοναχικό του όνομα. Ποιος όμως από τους πολλούς ομώνυμους ποιητές είναι ο συντάκτης του κανόνος αυτού δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί. Του μεγάλου ποιητής είναι ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Νικαίας Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρις (1222-Ι258). Ο δεύτερος αυτός κανών έχει μάλλον προσωπικό χαρακτήρα και αναφέρεται ειδικώς στα παθήματα και τις περιστάσεις του βίου του πολύπαθους αυτού βασιλέως. Ο πρώτος είναι γενικότερος και ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο θλιβόμενο, ασθενούντα και πάσχοντα από πνευματικές και σωματικές ασθένειες, από επιβουλές δαιμονικές και κάθε άλλο ψυχοσωματικό κίνδυνο.
Και οι δύο κανόνες ψάλλονται σε ήχο πλ. δ΄. Η α’ ωδή του μικρού έχει ειρμό το «Υγράν διοδεύσας», του μεγάλου το «Αρματηλάτην Φαραώ». Και οι δύο αμιλλώνται στην εκλογή ωραίων εικόνων, λεπτού και ευγενούς τρόπου εκφράσεως της δεήσεως, ζωηρής περιγραφής των θλίψεων και των συμφορών και των αισθημάτων πίστεως, πόνου, αλλά και ελπίδος και εγκαρτερήσεως. Ο θρήνος του πιστού δεν είναι έκφραση απογνώσεως και απελπισίας, αλλά αίτηση του θείου ελέους και της βοηθείας της Θεοτόκου για τη συνέχιση του αγώνος του βίου και για την νικηφόρο αντιμετώπιση των πειρασμών.
( + Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σ. 173-178).πηγή

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

"Σταυρός του Νότου"

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.
 
Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στο "Πούσι" (1947) και αφιερώνεται στον Γιώργο Θεοτοκά, ο οποίος, όπως μας πληροφορεί ο Φίλιππος Φιλίππου, τρία χρόνια πριν…
antonispetrides.wordpress.com

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Σταυρός του Νότου” του Νίκου Καββαδία

Tags
, , , , , , , , , , , , , ,
 
 
 
 
 
 
54 ψήφοι

Snip20130627_2
Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στο “Πούσι” (1947) και αφιερώνεται στον Γιώργο Θεοτοκά, ο οποίος, όπως μας πληροφορεί ο Φίλιππος Φιλίππου, τρία χρόνια πριν τη δημοσίευση αυτής της συλλογής, σε άρθρο του στο περιοδικό “Ορίζοντες” (τεύχος 9-10, 1944) είχε εκφραστεί θετικά για το νεανικό “Μαραμπού” (1933) θεωρώντας ότι η συλλογή αυτή εκπροσωπούσε την ελπίδα να ανθήσει κάποτε μια ελληνική ναυτική ποίηση. Η σχέση του Καββαδία πάντως με τη γενιά του 1930 ήταν προβληματική, αφού, παρά τον ενθουσιασμό που προκάλεσε το “Μαραμπού”, ο Καββαδίας θεωρούσε πως οι εκπρόσωποι της ποιητικής αυτής γενιάς δεν του απέδωσαν την αναγνώριση που του άρμοζε. Φέρεται μάλιστα να είχε ιδιαίτερο παράπονο από τον Σεφέρη (δείτε περισσότερα σε αυτό το βίντεο).
Το ποίημα είναι αφηγηματικό και εφάπτεται σε πολλά σημεία με τα ποιήματα “William George Allum” και “Ένα Μαχαίρι” από το “Μαραμπού”. Το απροσδιόριστο Εγώ του ποιήματος αφηγείται, χρόνια μετά, την ιστορία της αυτοκτονίας ενός συντρόφου του στο καράβι. Ο σύντροφος αυτός, στον οποίο ο αφηγητής απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, όπως και ο William George Allum, άρρωστος και στο σώμα και στην ψυχή, αδυνατεί να αντέξει το βάρος της ερωτικής απουσίας. Το καράβι ταξιδεύει προς τον Νότο υπό το πνεύμα του καυτού Γαρμπή (του Λίβα), αλλά η πραγματική φωτιά μαίνεται στην ψυχή του αντικειμένου της αφήγησης. Ο Νότος είναι για το ποιητικό Εσύ η διακεκαυμένη ζώνη των ερωτικών αναμνήσεων που τον ταλανίζουν. Και πάλι όπως ο William George Allum, καταφεύγει στη φωτιά, για να καυτηριάσει την πληγή του (να διώξει από πάνω του τα κατάλοιπα της ερωτικής αποτυχίας, το τατουάζ). Η αποτυχία αυτού του εγχειρήματος στρέφει την απελπισία προς τα μέσα και προς τον Εαυτό.  
To ποίημα μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος και το συμπεριέλαβε στον ομότιτλο δίσκο. Ακούστε το από την Αιμιλία Σαρρή (πρώτη εκτέλεση), από τον Γιώργο Νταλάρα, από τη Ρίτα Αντωνοπούλουαπό τον ίδιο τον Θάνο Μικρούτσικο σε ζωντανή εκτέλεση και από την Άννα Λινάρδου.
Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να δουν επίσης τα εξής κείμενα:
Μνημείο για τον Νίκο Καββαδία στην Κεφαλλονιά
Μνημείο για τον Νίκο Καββαδία στην Κεφαλλονιά

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

1. του Γαρμπή: στη γλώσσα των ναυτικών, ο θερμός νοτιοδυτικός άνεμος (εξ ου και “ἐβραζε το κύμα”), ο ίδιος που οι στεριανοί αποκαλούν λίβαΓια τα ονόματα των ανέμων δείτε εδώ. Στο ναυτικό ανεμολόγιο υπάρχουν οκτώ άνεμοι: πρβλ.  τους γνωστούς στίχους από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη (“Δοξαστικόν”):
Οι σημάντορες άνεμοι που ιερουργούν
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται Ο Μαΐστρος,  ο Λεβάντες,  ο Γαρμπής, ο Πουνέντες,
ο Γραίγος,  ο Σιρόκος,  η Τραμουντάνα,  η Όστρια.
 
4. σ᾽ άλλους παραλλήλους θα᾽ χεις μπει: Το ποιητικό Εσύ προαναγγέλλει αμφίσημα την αυτοκτονία του.
Snip20130630_2 
5. κούλικο: Κούληδες (λέξη των Ταμίλ) αποκαλούνται στις βρετανικές αποικίες της ΝΑ Ασίας οι ανειδίκευτοι εργάτες, που μπορούσαν να μισθωθούν για διάφορες υπηρεσίες, κυρίως ως αχθοφόροι. Η εικόνα του κούλη επιστρέφει συχνά στα ποιήματα του Καββαδία. Σιωπηλές, φασματώδεις φυσιογνωμίες, με “βαριά ωχροκίτρινη μορφή” (“Οι προσευχές των ναυτικών“),  προσεύχονται με τρόπο ιδιότυπο μα κατανυκτικό και “τρώνε συχνά ρύζι με κάρυ” (“Cambay’s Water“) – περίεργοι συνοδοιπόροι ενός ταξιδιού και ενίοτε, όπως εδώ, σύντροφοι σε μια φευγαλέα αλλά εντυπωτική ερωτική ένωση.
5-6. τατού…σβήσει: Για την ποιητική λειτουργία του τατουάζ και τις απελπισμένες προσπάθειες των ναυτικών να το αφαιρέσουν, βλ. το σχόλιό μας στο ποίημα “Καραντί” (στ. 3). Εδώ, όπως και αλλού, το τατουάζ είναι ό,τι απέμεινε από μια παλιά, χαμένη αγάπη.
7. είπαν πως την είχες αγαπήσει: Η γυναικεία μορφή που αγαπήθηκε κάποτε, σε παρελθοντικό χρόνο, και που όλο ξεγλιστρά και χάνεται, άπιαστη και εξιδανικευμένη, στοιχειώνει την ποίηση του Καββαδία. Βλ. το προαναφερθέν σχόλιό μας στο ποίημα “Καραντί” και το υπόμνημά μας στο ποίημα “Μαρέα”.
7. είπαν: Είναι σημαντική λεπτομέρεια ότι το ποιητικό Εσύ δεν αφηγείται το ίδιο την ερωτική ιστορία του. Οι πληροφορίες φτάνουν στον αφηγητή από άλλους. Το Εσύ του “Σταυρού του Νότου” θυμίζει σε πολλά, όπως είπαμε, τον σιωπηλό, σκοτεινό William George Allum του ομότιτλου ποιήματος, που φυλάσσει φθονερά στην ψυχή του τον πόνο, ενώ την ίδια στιγμή επιχειρεί μανιασμένα να τον σβἠσει από το σώμα του και το κορμί του.
8. σε μια κρίση μαύρου πυρετού: “Μαύρος Πυρετός” (“Κάλα-Αζάρ” στα χίντι) είναι παρασιτική ασθένεια που ανήκει στην κατηγορία των λεγόμενων λεϊσμανιάσεων. Πρόκειται για σπλαγχνική νόσο με βασικό σύμπτωμα τον ψηλό πυρετό (με το συνακόλουθο παραλήρημα, που στο ποίημα ταυτίζεται, σχεδόν συνδέεται με την ερωτική έξαρση). Μεταδίδεται με το τσίμπημα του εντόμου φλεβοτόμος (είδος σκνίπας). Η αρρώστια είναι ακόμη και σήμερα συχνή στην ανατολική και νότια Αφρική και μπορεί να αποβεί θανατηφόρα.
Η αρρώστια, είτε το αφροδίσιο νόσημα που μαζεύει στα ρυπαρά πορνεία των λιμανιών, είτε οι εξωτικές νόσοι τις οποίες προκαλεί η υγρασία και η ζέστη των τροπικών περιοχών, συνταξιδεύει συχνά με τους ναυτικούς του Καββαδία.
9. βάρδια: H βάρδια στον Καββαδία δεν είναι απλά τμήμα της ναυτικής ρουτίνας, είναι κατάσταση οντολογική. Ο ναυτικός του Καββαδία κινείται συνεχώς στο μεταίχμιο: μεταξύ της ξηράς και της θάλασσας, της πατρίδας και της ξενιτιάς, του έρωτα και της απουσίας. Η βάρδια είναι κατάσταση εξίσου οριακή: την ώρα που όλοι κοιμούνται, μέσα στη γενική αποχαύνωση ενός ταξιδιού που ουδέποτε τελειώνει και που συχνά πορεύεται μέσα στην αχλύ (της συννεφιάς, της ομίχλης ή της μαστούρας), η συνείδηση του ποιητικού Εγώ αγρυπνά με ευαίσθητες τις κεραίες της. Αλλά η ευαισθησία αυτή είναι κατάρα.
9. πλάι σε κάβο φαλακρό: “κάβος” είναι είτε το ακρωτήριο είτε ένα χοντρό ναυτικό σκοινί. Εδώ η λέξη μπορεί να δηλώνει ο,τιδήποτε από τα δύο, αν και ίσως η δεύτερη σημασία ενισχύεται από τα “στράλια” (βλ. παρακάτω).
Ο Σταυρός του Νότου, περιστοιχισμένους από τον Κένταυρο. Copyright © 2003 Torsten Bronger (Πηγή: Wikipedia)
Ο Σταυρός του Νότου, περιστοιχισμένους από τον Κένταυρο. Copyright © 2003 Torsten Bronger (Πηγή: Wikipedia)
10. Σταυρός του Νότου: Ο Σταυρός του Νότου (Crux) είναι ένας από τους φωτεινότερους, πιο ευδιάκριτους αστερισμούς στον νυχτερινό ουρανό, το βασικό σημείο προσανατολισμού για τους ναυτικούς που κινούνται στο νότιο ημισφαίριο. Για τον αστερισμό δείτε περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ. Στη συνείδηση των ναυτικών ο Σταυρός του Νότου, εξαιτίας ακριβώς του σταυροειδούς σχήματός του, ερμηνευόταν αμφίσημα είτε ως σημάδι ελπίδας είτε, συνηθέστερα, ως προάγγελος μαρτυρίων. Δείτε περισσότερα στο άρθρο της Deborah Houlding.
Η πορεία προς τον Νότο είναι, γενικότερα στην ποίηση του Καββαδία και όχι μόνο εδώ, ταυτισμένη με την ψυχική και  τη σωματική ταλαιπωρία. Ο Νότος είναι παράξενη, ανοίκεια γη, βουτηγμένη στην ομίχλη, ενίοτε και την παραίσθηση. Πρβλ. από το “Κuro Siwo”:
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για τον Νότο δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια είναι παράξενα της Ίντιας της φανάρια και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.
10. στράλια: σκοινιά που στερεώνουν τους ιστούς. Καθώς ο ναύτης κοιτάει ψηλά, τα στράλια είναι σαν να πλαισιώνουν το λαμπρό αστέρι, τον Σταυρό του Νότου. “Στράλια” όμως επίσης στη γλώσσα των ναυτικών λέγεται και το νότιο σέλας (aurora australis), που συχνά πλαισιώνει τον Σταυρό του Νότου.
11. κομπολόι … από κοράλια: Συχνά στον Καββαδία τέτοιου είδους εξωτικά μπιχλιμπίδια (ή άλλα μικροαντικείμενα – μια σκαλιστή πίπα ή, ακόμη πιο αιχμηρά, ένα μαχαίρι) είναι απομεινάρια περασμένων, χαμένων ερώτων ή σύμβολα μιας προδοσίας την οποία ο ναυτικός δεν μπορεί να ξεπεράσει. Πρβλ. από το ποίημα “Θαλασσία Πανίς” (Πούσι): ένα κοχύλι σκουλαρίκι έχεις στ᾽ αυτί / και στα μαλλιά θαλασσινό πράσινο αστέρα. Πιο αμφίσημα, αλλά και πάλι σχετικά με τον χαμένο έρωτα, είναι “των Ινκάς τα σκουλαρίκια” στο “Καραντί“.
Το Άλφα του Κενταύρου, με την εκτυφλωτική του λάμψη, δεσπόζει στον νυκτερινό ουρανό του Νοτίου Ημισφαιρίου
Το Άλφα του Κενταύρου, με την εκτυφλωτική του λάμψη, δεσπόζει στον νυκτερινό ουρανό του Νοτίου Ημισφαιρίου
12. άκοπο μασάς καφέ πικρό: Το μάσημα διαφόρων ανεπεξέργαστων βοτάνων αποτελούσε συνηθισμένο γιατροσόφι για τον πυρετό. Πρβλ. από το “Black and White”: δούλευε το φτυάρι σκλάβε του Μαρόκου / που μασάς βοτάνια για τον πυρετό. 
13. το Άλφα του Κενταύρου: Το πιο λαμπερό Αστέρι στον αστερισμό του Κενταύρου, που “συνορεύει” με τον Σταυρό του Νότου στον ουρανό του νοτίου ημισφαιρίου. Για το άστρο, το τρίτο λαμπρότερο στον νυκτερινό ουρανό, δείτε περισσότερα εδώ. Σημειώνουμε ότι οι αστρονόμοι εντόπισαν κρυμμένο πίσω από τη λάμψη του Άλφα του Κενταύρου το αέριο σάβανο (gaseous shroud) ενός ετοιμοθάνατου άστρου.
Δεν είναι σαφές αν ο Καββαδίας γνώριζε την τελευταία πληροφορία, αν η ετοιμοθάνατη φωνή του Εσύ μέσα στη ζέστη του νοτιά παραλληλίζεται με το άστρο που αργοσβήνει πνιγμένο από τη λάμψη του κυρίαρχου ουράνιου σώματος. Το σίγουρο είναι ότι το ποίημα αυτό βηματίζει στη γραμμή μιας πολλαπλής, ειρωνικής αντίθεσης ανάμεσα στο Φως και το Σκοτάδι, τη Ζωή (που για το ποιητικό Εσύ είναι ζωντανός θάνατος) και τον Θάνατο (που για το Εσύ είναι λύτρωση και γαλήνη). Ο νυκτερινός ουρανός του “Σταυρού του Νότου” χαράσσεται από υπέρλαμπρα ουράνια σώματα, που όμως για το ποιητικό Εσύ εκπροσωπούν το σκότος του Φόβου και της ανάμνησης της ερωτικής αποτυχίας. Πιο κάτω ο λαμπρός ήλιος του Ισημερινού “κόβεται” προς στιγμήν από το σκότος του θανάτου, που όμως για τον αποκαμωμένο ναύτη είναι φως. Και τέλος ο γαλήνιος ύπνος του θανάτου στις ακτές της Αφρικής δεν διαταράσσεται ούτε από τα φανάρια (τα νυκτερινά φώτα πορείας του μοιραίου ταξιδιού) ούτε από τους γαργαλιστικούς πειρασμούς του κυριακάτικου μεσημεριού (“τ᾽ ωραίο γλυκό της Κυριακής“). Το ποιητικό Εσύ, μάλλον ο πιλότος του καραβιού, είναι επιφορτισμένο με την παρατήρηση του Φωτός, ώστε το πλοίο να βρει την πορεία του στο Σκότος του νυκτερινού ουρανού. Ο ίδιος όμως είναι παραδομένος στο σκοτάδι – ετοιμοθάνατος ψυχικά και αποφασισμένος να θέσει τέρμα στη ζωή του.
Παλινώριο στο Βρετανικό πολεμικό "Μπέλφαστ" (Πηγή: Άρης Στουγιαννίδης)
Παλινώριο στο Βρετανικό πολεμικό “Μπέλφαστ” (Πηγή: Άρης Στουγιαννίδης)
13. με το παλινώριο: Για το παλινώριο, βλ. το σχετικό σχόλιό μας στο “Μαρέα”. Δείτε επίσης το κατατοπιστικό άρθρο του Άρη Στουγιαννίδη.
13. πήρα κάτου: Τεχνικός ναυτικός όρος που περιγράφει τη διαδικασία εύρεσης της ακριβούς θέσης του πλοίου με τη χρήση του παλινώριου (της διόπτρας). Για την ποιητική λειτουργία των αναφορών σε τέτοια ναυτικά όργανα, βλ. επίσης το σχετικό σχόλιό μας στο “Μαρέα”.
16. να φοβάσαι τ᾽ άστρα του Νοτιά: επειδή τα άστρα αυτά είναι που κατευθύνουν προς τον “παράξενο”, επικίνδυνο Νότο (βλ. σχόλιο στον στ. 10). Ο Νότος είναι για το Εσύ περιοχή καταραμένη και στοιχειωμένη από την αφόρητη ανάμνηση.
17-20. άλλοτε … μάθημα πορείας νυχτερινό: Ο στίχος επιδέχεται δύο αναγνώσεις, μία κυριολεκτική και μία μεταφορική. “Μιγάδα” στην ιδιόλεκτο των ναυτικών είναι ο εξάντας: ο ναυτικός ασκείται στην πλοήγηση του καραβιού μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Τον λόγο τον εξηγεί ο Δημήτρης Βεντούρης σε αυτή την ανάρτηση:
Στα δώδεκα μου χρόνια λόγω πατέρα μου που ήτανε καπετάνιος, βρέθηκα βράδυ στη γέφυρα ενός εμπορικού καραβιού. Μου έκανε εντύπωση το απόλυτο σκοτάδι που επικρατούσε. Του μετέφερα την απορία μου γι’ αυτό, κι εκείνος μου απάντησε αφοπλιστικά: για να βλέπουμε.
Με φώτα αναμμένα συμπλήρωσε πάντα κάλμα και μπονάτσα θα έχουμε. Φάροι και στεριές δε θα φαίνονται. Τι καιρό έχει έξω δεν θα καταλαβαίνουμε. Ούτε τον κίνδυνο μιας πιθανής σύγκρουσης θα πάρουμε χαμπάρι.
Τότε κατάλαβα πόσο πολύτιμη είναι η άσκηση του να μπορείς να βλέπεις στο σκοτάδι αλλά και με ποιο τρόπο το έντονο φως πολλές φορές θαμπώνει την πραγματικότητα χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Η αναφορά στη μιγάδα, όμως, που συχνά εμφανίζεται στον Καββαδία ως πρότυπο εξωτικής ομορφιάς (αλλού “μουλάτρα”) δεν μπορεί να αποκλείσει τη μεταφορική, ερωτική ερμηνεία. Η προφανώς κρυφή  και βεβιασμένη σεξουαλική επαφή στο κατάστρωμα με τη μιγάδα του καπετάνιου παρομοιάζεται με τη μαθητεία του ναυτικού στην ανάγνωση του νυκτερινού ουρανού, που χρησιμεύει ως οδηγός πορείας. Αυτός ο λαμπρός νυκτερινός ουρανός, που “άλλοτε” αποτελούσε για το ποιητικό Εσύ πηγή αγαλλίασης και ευφροσύνης, σήμερα του προκαλεί τρόμο.
21. Nossi Be (Νόσι Μπι): Γνωστό και ως Nosy Be (ή Nossi-Bé), μικρό νησί βορειοδυτικά της Μαδαγασκάρης. Η γεωγραφική λεπτομέρεια προστίθεται, για να εξυπηρετήσει, όπως συχνά συμβαίνει στον Καββαδία, την ομοιοκαταληξία (Νόσι Μπι – αναλαμπή). Ο ποιητής αρέσκεται ιδιαίτερα σε τέτοιου είδους απροσδόκητες ρίμες, που συμπλέκουν εξωτικά, άγνωστα τοπωνύμια με λέξεις κοινές και συνηθισμένες. Άλλωστε, αυτή η σύζευξη του εξωτικού και του τετριμμένου, του συναρπαστικού και του ανυπόφορα πληκτικού, του αποτελματωμένου, είναι στον Καββαδία ίδιον του ναυτικού βιώματος.
Snip20130630_5 
22. πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια: Πρβλ. το ποίημα “Ένα Μαχαίρι” από το Μαραμπού. Το φτηνό, σκουριασμένο, ασήμαντο μαχαίρι συνοδεύει συχνά τους ναυτικούς του Καββαδία. Λειτουργεί είτε ως επιθετικό όπλο, που το τραβούν πάνω στον μεθυσμένο τους παροξυσμό (πρβλ. τα ποιήματα “Μαύρη λίστα” και “Ένας Δόκιμος στη Γέφυρα εν Ώρα Κινδύνου”, επίσης από το Μαραμπού) είτε ως όργανα αυτοκαταστροφής.
23. λίνια: από το λατινικό linea (γραμμή), πρόκειται για τη νοητή γραμμή που χωρίζει τις κλιματικές ζώνες μεταξύ τους. Χρησιμοποιείται συνηθέστερα για τη γραμμή του Ισημερινού (το όριο δηλαδή ανάμεσα στο βόρειο και το νότιο ημισφαίριο), αλλά αναφέρεται και στις γραμμές των τροπικών.
Το Ποιητικό Εσύ επιλέγει να αυτοκτονήσει ακριβώς τη στιγμή που το καράβι περνά τη λίνια, που μεταβαίνει από τον Βορρά στον Νότο. Στην καρδιά της διακεκαυμένης ζώνης, το Εσύ επιλέγει επίσης ως χρόνο της πράξης του το μεσημέρι. Προηγουμένως είχε καταφύγει στη θερμότητα, ανεπιτυχώς, για να κάψει το τατουάζ. Εδώ η λάμψη της φωτιάς αντικαθίσταται από την αντανάκλαση του καυτού ήλιου στην κάμα του μαχαιριού.  
"άστραψες σα φάρου αναλαμπή"...
“άστραψες σα φάρου αναλαμπή”…
24. άστραψες σα φάρου αναλαμπή: Ο ποιητής επιχειρεί στο σημείο αυτό δύο ενδιαφέρουσες μεταθέσεις. Δεν αστράφτει το μαχαίρι, καθώς αντανακλά τον λαμπρό ήλιο, αλλά το ποιητικό Εσύ (“άστραψες” και όχι “άστραψε”). Ο ποιητικός χρόνος επίσης μετατίθεται απότομα από τη μέρα στη νύχτα και το φως γίνεται η αναλαμπή ενός φάρου στον νυκτερινό ουρανό (ο οποίος δέσποζε μέχρι τώρα στο ποίημα). Στο ποιητικό Εσύ αρμόζει, άλλωστε, το σκοτάδι. Ακόμη και τα άστρα, η μοναδική πηγή φωτός μέσα στο σκοτάδι, κατάντησαν γι᾽ αυτόν βασανιστικά. Η μοναδική στιγμή που το σκοτάδι διακόπτεται λυτρωτικά από το φως, που το Εσύ γίνεται φως (αστραπή, φάρος) είναι η στιγμή της αυτοκτονίας.
25. κάτω στις ακτές της Αφρικής: το μοιραίο ταξίδι έδωσε τη θέση του σε μια γαλήνια ακινησία.
27. τα φανάρια: τα πλευρικά φώτα πορείας στο καράβι.
28. τ᾽ ωραίο γλυκό της Κυριακής: ο νεκρός ναυτικός έχει απαλλαγεί τόσο από τις ψυχικές και σωματικές κακουχίες του ταξιδιού, όσο και από τις μικροχαρές της στεριανής ζωής, που του διέφευγαν συνεχώς, αλλά, βασανιστικά, τις επιζητούσε – διχασμένος, όπως όλοι οι ναυτικοί του Καββαδία.
Snip20130630_4